Ροζ, μοβ, πράσινα, γαλάζια ... τα χρώματα της εποχής!
Αφημένα σε λουλούδια και ουρανούς!
Για να "σκεπάζουν", με μια ροζ δαντέλα, τα ανεκπλήρωτα όνειρά μας!
Μέρες ελπίδας, που κάποιες από αυτές έχουμε κοντά τα αγαπημένα μας πρόσωπα, να τις πλαισιώσουν με ματιές, αγγίγματα και όμορφες κουβέντες, που αργότερα θα γίνουν αναμνήσεις...
Και όπως θα πλησιάζουμε στην "άλλη" γειτονιά, θα μας "γεμίζουν" κουράγιο, για να μην μας φανεί μεγάλο το ταξίδι στο άγνωστο!
Κατηφόρισα στο ποτάμι, μια μέρα που δεν ήταν ίδια με τις άλλες...
Καθώς περπατούσα, περνούσαν δίπλα μου άγνωστοι άνθρωποι με σακούλες του σούπερ-μάρκετ στα χέρια. Φορτωμένοι με ευθύνες στα χέρια και στο μυαλό! Σκεπτικοί και μπερδεμένοι στην καθημερινότητα! Περπατούσαν κι εκείνοι βιαστικά, αγχωμένοι να τα προλάβουν όλα!
Στις συναναστροφές μας με τον κόσμο, βάζουμε τα "καλά" μας! "Δίνουμε" τον καλύτερό μας εαυτό!
Είμαστε "άγγελοι"...
Έστω για λίγο....
Κατά βάθος όμως, τί υπάρχει?
Είναι αυτή η πραγματική μας φύση? Αυτό ονειρευόμασταν να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε?
Είχα πάει για κάποιες εξωτερικές δουλειές. Έτσι όπως περίμενα στη στάση του λεωφορείου, "συνάντησα" με το βλέμμα μου έναν φούρνο. Μπήκα μέσα, να ψωνίσω κανά ψωμί και ίσως και λίγα κουλουράκια για τον καφέ! Η πωλήτρια μου έδωσε ένα κουλουράκι να δοκιμάσω, αλλά δεν είχα όρεξη και της το 'πα. Με ρώτησε γιατί δεν μπορούσα να φάω κάτι τόσο μικρό. Από το πουθενά, σε μια άγνωστη, βρήκα να εκμυστηρευτώ αυτό που ακόμα δεν έχω πει ούτε σε κάποιους από αυτούς που ξέρω. Της είπα ότι πέθανε η μητέρα μου κι αμέσως τα μάτια μου άρχισαν να "τρέχουν"! Δεν ξέρω τί με έπιασε, αλλά δεν μπορούσα να το σταματήσω... Έλεγα από μέσα μου: "σταμάτα, σταμάτα, θα νομίζουν ότι είσαι καμιά κλαψιάρα, που όπου πάει κλαίγεται"... Κι από 'κει που ο εγωισμός μου δεν επέτρεπε τέτοιου είδους εκφράσεις, ήρθε η λύπη μου να με "φορτώσει" με όλο αυτό το βάρος που καταντά αδύνατο κάποιες φορές να το "σηκώσεις"! "Έβλεπα" στον πρόσωπο του Άτλαντα τον εαυτό μου, ένα βήμα πριν του πέσει ο ουράνιος θόλος από τους ώμους ...
Η κυρία Βούλα μου είπε την ιστορία της .... Είχε χάσει την μητέρα της όταν ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Στα δεκαπέντε παντρεύτηκε. Απέκτησε δυο παιδιά απ' αυτόν τον γάμο, τα οποία αυτή τη στιγμή κοντεύουν τα είκοσι πέντε κάτι και "φεύγα". Μου είπε ότι την "έφαγε" η λάντζα όλ' αυτά τα χρόνια. Αντιλήφθηκα ότι ο παιδεραστής σύζυγος της δεν υπήρχε πουθενά! Δότης σπέρματος κι αυτός! Μόνη της τα μεγάλωσε, ποιος ξέρει πώς! Αφού δεν μπορούσα να σταματήσω τη "βροχή" που κατρακυλούσε από τα μάτια μου, ήρθε μπροστά από τον πάγκο και με αγκάλιασε. Κι εγώ το δέχτηκα, δεν ξέρω πως, ούτε γιατί! Μια άγνωστη... Όσο πιο πολύ με έσφιγγε, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να σταματήσω το "αυτόματο πότισμα"! Κάποια στιγμή έφυγα άρον άρον, γιατί δεν ήθελα να εκτεθώ άλλο! Μου είπε να περνάω, να την βλέπω...
Μετά από εκείνη τη στιγμή το βάρος διπλασιάστηκε γιατί σκεφτόμουν περισσότερο την δική της ιστορία, παρά την δική μου. Εκείνη ήταν σε πιο δύσκολη θέση από εμένα και ποιος ξέρει τί πέρασε για να περιφέρεται ακόμα "ζωντανή", να επιβιώνει και να φροντίζει τα παιδιά της. Ένας άνθρωπος που δεν είχε καμία υποστήριξη - είτε ηθική, είτε υλική - για να μπορέσει να ανθίσει και να εξελιχθεί με σταδιακό τρόπο και όχι έτσι... Ένα παιδί, που αναγκάστηκε να γίνει γυναίκα πριν την ώρα του, για να βρει έναν τρόπο να μην περάσει από πάνω της ο οδοστρωτήρας της ζωής!
"Χάθηκε" η αθωότητά της μέσα στην ανάγκη! Δεν μπόρεσε να ζήσει το παιχνίδι, την ανεμελιά, την απλότητα! Δεν ένιωσε το μητρικό χάδι, δεν βρήκε μια αγκαλιά που θα την τύλιγε με ανιδιοτελή αγάπη! Κι όμως προχώρησε, συνέχισε να περπατά και να μιλά, μπορούσε να συνεχίσει να αισθάνεται, αφού βγήκε από τα συντρίμμια της παιδικής της ηλικίας!
Την σκέφτομαι πολύ από εκείνη τη μέρα. Πέντε λεπτά μιλήσαμε.... Έγινε στα μάτια μου η προσωποποίηση της δύναμης! Το πρότυπο της θέλησης! Θυσίασε τα χρόνια της αθωότητάς της - χωρίς να προλάβει καν να το σκεφτεί! Η ενηλικίωση, τη βρήκε με το μωρό στην αγκαλιά. Και δεν της την "χάρισε"!
Όταν τη σκέφτομαι, συνειδητοποιώ πόσο "μικρή" και ασήμαντη φαίνομαι μπροστά της!
Λέω να φτιάξω ένα ωραίο γλυκό μια μέρα, να περάσω από εκείνον τον φούρνο να της το προσφέρω!
Να μοιάζει ίσως με κάτι που θα της έφτιαχνε η μαμά της, αν ζούσε!
Να "πάρει" μια γλύκα ... αθώα και χωρίς αντάλλαγμα!
Add comment
Comments